Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Ήρθε η ώρα να επιλέξουμε όλοι μας στρατόπεδο.



Απόσπασμα από κείμενο του Δημήτρη Καζάκη 
Η ιστορία λοιπόν διδάσκει. Όποιον θέλει να διδαχθεί από αυτήν. Και διδάσκει κάτι πολύ απλό. Όταν ένας λαός σε τέτοιες συνθήκες κατάρρευσης οδηγείται από τη μαζική διαμαρτυρία στην μαζική απραξία, τότε κάτι πολύ μεγάλο εγκυμονείται. Δεν σηματοδοτεί αδιαφορία, ή παραίτηση, αλλά μια τέτοια συνολική και σε βάθος απαξίωση του πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος, που δεν έχει νόημα πια ούτε καν η διαμαρτυρία. Είναι η άμπωτις που προηγείται λίγο πριν από το μεγάλο τσουνάμι. Κι αυτό θα έρθει είτε το θέλουμε, είτε όχι. Εξ ανάγκης.
Να γιατί έχουν βαλθεί να θολώσουν το νου και την καρδιά του κόσμου με θεωρίες περί πολιτικής αποχής. Να γιατί ολόκληρο το καθεστώς, από τους καλλιτέχνες της αρπακτής και της μάσας, έως τους διανοούμενους της πλάκας, τα γκρουπούσκουλα της αριστεράς και τους επαναστάτες του διαδικτύου, επιχειρούν να μας πείσουν ότι τίποτε δεν γίνεται, ότι όλοι ίδιοι είναι, ότι δεν υπάρχει εναλλακτική εκτός από την αναπαραγωγή των ίδιων και των ίδιων.
Να γιατί σήμερα, σ' αυτή τη συγκυρία γεννιούνται οι πιο αφοσιωμένοι, ώριμοι και έτοιμοι αγωνιστές του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Να γιατί πολλοί απ' όσους εκτονώθηκαν την εποχή της διαμαρτυρίας με πλατείες, ακτιβισμούς και "άμεσες δημοκρατίες", σήμερα κοιτούν τη δουλίτσα τους, ή αναζητούν καταφύγιο στο πληκτρολόγιο και στο γνωστό από παλιά ιδεολογικό και πολιτικό περιθώριο. Ο αυνανισμός είναι πάντα η πιο προσφιλής διέξοδος για όλους όσοι διατηρούν ανοργασμική σχέση με την κοινωνία και την πολιτική.
Ας τους αφήσουμε να κλαίγονται. Το κάνουν εκ του πονηρού. Θέλουν να μετατρέψουν τη δική τους ήττα και συνθηκολόγηση, σε ήττα και συνθηκολόγηση του απλού κόσμου. Τι ξέρουν αυτοί από απλό κόσμο; Πότε ζυμώθηκαν μαζί του; Πότε εκτίμησαν τη δύναμή του; Πότε επένδυσαν στο μεγαλείο του; Ιδίως όταν το έκρυβαν τόνοι σκουπιδιών και ελαττωμάτων. Πότε φρόντισαν να τον καταλάβουν ως τέτοιο, όπως είναι στην αληθινή ζωή του κι όχι όπως τον θέλουν τα διάφορα εγχειρίδια της αριστεροδεξιάς ιδεολογίας, οι προσωπικές μωροφιλοδοξίες τους και οι ιδεοληψίες που τους στοιχειώνουν σαν δαίμονες.
Ο απλός κόσμος βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση για να κατανοήσει και να αγωνιστεί σήμερα για την εθνική απελευθέρωση. Το στοίχημα πια είναι αποκλειστικά δικό μας. Μπορούμε να τον εμπνεύσουμε; Μπορούμε να τον βοηθήσουμε να λυτρωθεί από τα δεινά; Μπορούμε να υπερασπιστούμε την πατρίδα και να την κερδίσουμε για εμάς και τα παιδιά μας; Ή θα επιτρέψουμε στο καθεστώς κατοχής και την αριστεροδεξιά Πέμπτη Φάλαγγα να οδηγήσει το λαό μας σε ολοκληρωτική σφαγή; Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!

Στην αρχή ενός μακροχρόνιου παγκοσμίου γεωπολιτικού πολέμου



τουΠιότρ Ακόπωφ 

Η ένταση στις σχέσεις Ρωσίας και Δύσης το τελευταίο διάστημα αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Αλλά, βεβαίως, κανένας πόλεμος δεν θα κηρυχθεί –απλά ας θυμηθούμε, πως περίπου πριν ένα χρόνο είχε διαχυθεί ο φόβος της πραγματικής απειλής της στρατιωτικής αντιπαράθεσης της Ρωσίας με τη Τουρκία, που θα συμπαρέσυρε και το ΝΑΤΟ. Η σύγκρουση Ρωσίας-ΗΠΑ υφίσταται έτσι κι αλλιώς, αλλά το σημαντικό σε αυτόν τώρα είναι ο «πόλεμος των νεύρων» και οι ψυχολογικές επιθέσεις. Στρατιωτικές επιθέσεις κανείς δεν ετοιμάζεται να εξαπολύσει.

Ο Οκτώβριος αποδείχθηκε αρκετά θερμός. Ξεκίνησε με τη ρήξη στη συνεργασία για τη Συρία, συνεχίστηκε με την απόσυρση της Ρωσίας από τη συμφωνία για το πλουτώνιο, τη «διακήρυξη» του Πούτιν με τον κατάλογο των μη φιλικών ενεργειών των ΗΠΑ προς τη Ρωσία, την τοποθέτηση των «Ισκαντέρ» στο Καλίνινγκραντ, και τώρα την ακύρωση της επίσκεψης του προέδρου στο Παρίσι.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Όσοι αγαπούν αληθινά αυτή την πατρίδα, είναι μαζί μας… Για τη μεγάλη ανατροπή… Για τη μεγάλη ανάταξη…



Του Κυριάκου Κυριακόπουλου
Οι προκλήσεις του Ερντογάν κλιμακώνονται και το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση επιμένει εμμο-νικά να προσπερνά το όλο θέμα προκειμένου να ασχολείται απερίσπαστη με την υλοποίηση των δουλοπρεπών δεσμεύσεών της και ταυτόχρονα να κυνηγά ή να ζητιανεύει ένα επικοινωνιακό πυροτέχ-νημα στο ζήτημα του παράνομου χρέους, για να εξαπατήσει και πάλι το λαό, αυτό ίσως είναι η πιο επικίνδυνη παράμετρος των εξελίξεων, που περιπλέκονται επικίνδυνα και τείνουν πλέον να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο.
Οι προσωπικές ευθύνες του πρωθυπουργού της χώρας, που ενώ λειτουργεί ως εντολοδόχος της κατοχικής διοίκησης, καταγίνεται ταυτόχρονα  με μια προκλητική τω τρόπω διεργασία επανακατανομής της εξουσίας στα πλαίσια της εξυπηρέτησης των ενδοκυβερνητικών – εσωκομματικών ισορροπιών, αντί να συνειδητοποιεί το πραγματικό μέγεθος των ευθυνών του μπροστά στις πιθανολογούμενες εξελίξεις, είναι εγκληματικές.
Την ίδια στιγμή, η συνενοχή όλων εκείνων που επιμένουν απερίσκεπτα να καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι ο Ερντογάν δε θα αποτολμήσει περεταίρω κλιμάκωση, φοβούμενος τις εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας του, είναι δεδομένη.
Ο Ερντογάν αυτή τη στιγμή, αποδεικνύει στους πάντες ότι:
- Έχει καταφέρει να θέσει υπό τον έλεγχό του τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας, και ....
οποιαδήποτε αμφισβήτηση αυτής της παραδοχής, συνιστά ολέθρια αυταπάτη απ’ όποιον την ενστερνίζεται.
- Ο Ερντογάν αυτή τη στιγμή, κλιμακώνει στρατιωτικές επιχειρήσεις στο έδαφος του Ιράκ και όχι μόνο, χωρίς την παραμικρή επίπτωση στο εσωτερικό της χώρας του, επομένως η ψευδεπίγραφη προσμονή της υποτιθέμενης απροθυμίας του Ερντογάν να εμπλακεί σε επιχειρήσεις, έχει ξεπεραστεί πλέον από τα ίδια τα γεγονότα.
- Η κλιμάκωση αυτών των επιχειρήσεων, παρά την όποια αντίρρηση των ΗΠΑ διεξήχθη απρόσκοπτα. Επομένως η επίκληση της προσδοκίας ότι οι ΗΠΑ θα είναι αυτές οι οποίες θα εμποδίσουν περεταίρω κλιμάκωση και εμπλοκή στο Αιγαίο, δεν είναι μόνο ψευδής αλλά και πολλαπλά επικίνδυνη.
Συμπέρασμα πρώτον: Οι γεωπολιτικές διεργασίες στην ευρύτερη περιοχή, βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη… Σ αυτές τις διεργασίες η αποσαφηνισμένη στρατηγική του Ερντογάν εξασφαλίζει στην Τουρκία το ρόλο του πρωταγωνιστή… Και από αυτές τις διεργασίες η Ελλάδα, όχι μονάχα είναι απούσα, αλλά το δουλοπρεπές πολιτικό της προσωπικό, το οποίο κυριάρχησε επί δεκαετίες στην πολιτική της ζωή, αποδεικνύεται επιπροσθέτως και ανίκανο να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τη διαφύλαξη ακόμη και αυτής της εδαφικής της ακεραιότητας.
Ουδεμία διπλωματική πρωτοβουλία βρίσκεται σε εξέλιξη… Ουδεμία στρατηγική πρωτοβουλία έχει αναληφθεί… Ουδεμία διάθεση τροποποίησης -έστω και κατ’ ελάχιστον- των δουλοπρεπών επιλογών έχει διακηρυχθεί, τέτοια που να στοχεύσει έστω και στοιχειωδώς στην απεμπλοκή της εθνικής μας άμυνας, από τις συμπληγάδες της κατοχικής επιτροπείας.
Συμπέρασμα δεύτερον: Κατά την άποψή μας, το χθεσινοβραδυνό περιστατικό με την υπερπτήση τουρκικού αεροσκάφους συλλογής πληροφοριών, πάνω από την νήσο Παναγιά, δε συνιστά μόνο μια ασυνήθιστη δράση, αλλά θα τολμήσουμε να πούμε πως με μία έννοια σηματοδοτεί την πολύ καθαρή πλέον πρόθεση του Ερντογάν, για έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Το μόνο ίσως που παραμένει εκκρεμές προς αποσαφήνιση, είναι το αν το πεδίο επιχειρήσεων της πρώτης επιλογής θα είναι το Αιγαίο, ή αν το Αιγαίο συνιστά έναν προφανή αντιπερισπασμό, με πραγματικό πρώτο στόχο τη Θράκη.
Και ενώ όλα τούτα είναι σε πλήρη εξέλιξη, με πρωταγωνιστή και χορογράφο την Τουρκία η οποία διαθέτει εξωτερική πολιτική με αμετακίνητες προτεραιότητες, και έναν ηγέτη αδίστακτο, αποφασισμένο και οποίος έχει πλέον εγκαταλείψει όλα τα τυπικά προσχήματα, ενώ ταυτόχρονα κλιμακώνει μια επικίνδυνη ρητορική συνολικότερου αναθεωρητισμού, στη Ελλάδα το πολιτικό προσωπικό επιμένει να κινείται στον αστερισμό της ατολμίας, των φοβικών συνδρόμων και της εμμονικής δουλοπρέπειας, απρόθυμο ακόμη και να προετοιμάσει το λαό για τα δύσκολα που του χτυπάνε την πόρτα.
Συμπέρασμα τρίτον: Όλα τα παραπάνω, δε συνιστούν απλά ένα επικίνδυνο φορτίο από αδιέξοδα που απασφαλίζουν το ενδεχόμενο για μια κορυφαία εθνική τραγωδία. Αυτό που κυρίως κάνουν, είναι να καταδεικνύουν την ανάγκη της πολιτικής ανατροπής, με τρόπο που να φράξει οριστικά το δρόμο στο δοσιλογισμό και τη δουλοπρέπεια.
Όσο κι αν προσπαθήσουμε όμως, πραγματικά, δεν μπορούμε να φανταστούμε πως θα μπορούσε μια κυβέρνηση, που θέλει να λέγεται Ελληνική, να μπορέσει πραγματικά να δώσει λύση σε τέτοια προβλήματα, προβλήματα δηλαδή εθνικής κυριαρχίας, όταν εξ’ αρχής την έχει παραδώσει – την Εθνική Κυριαρχία – σε ξένα κέντρα εξουσίας. Πως θα μπορούσε δηλαδή να σταθεί όρθια και να ασκήσει Εθνική πολιτική, σε όλα τα επίπεδα, ακόμα και όταν αυτή η Εθνική πολιτική αντίκειται στα συμφέροντα των «θεσμών». Πως θα μπορούσε μια οποιαδήποτε κυβέρνηση που θέλει, να ασκήσει κυβερνητικό έργο προς όφελος της ίδιας της χώρας της και του λαού που υπηρετεί, όταν είναι περιορισμένη από τα δεσμά του Ευρώ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ενός ψεύτικου, παράνομου, και σκόπιμα κατασκευασμένου χρέους.
Είναι ηθική υποχρέωση λοιπόν και πατριωτικό καθήκον, να αναδειχθεί μια νέα πολιτική ηγεσία, ικανή και αποφασισμένη να δώσει λύση στα προβλήματα και όχι να επενδύει την πολιτική της ύπαρξη στην διαχείριση τους και φυσικά με μια κοινωνία ενεργή, μαχόμενη, δίπλα της πάντα στον ρόλο του αδιαφιλονίκητου πρωταγωνιστή και εγγυητή των εξελίξεων.
Σ αυτό τον αγώνα τιμής, προσωπικής και εθνικής αξιοπρέπειας, όσοι αγαπούν αληθινά αυτή την πατρίδα, δεν έχουν το δικαίωμα της αποχής, αλλά το χρέος της αποφασιστικής συστράτευσης. Στον αγώνα για την πολιτική ανατροπή… Στον αγώνα για την μεγάλη ανάταξη…
Ο Κυριάκος Κυριακόπουλος είναι μέλος της Επιτροπής Πολιτικού Σχεδιασμού του Ε.ΠΑ.Μ.

Ευρώ ή δραχμή;


του Όθωνα Κουμαρέλλα*

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να παρατηρήσουμε, είναι ότι η συζήτηση περί εθνικού νομίσματος εξακολουθεί, προσώρας, να γίνεται με έναν εντελώς παραπειστικό τρόπο. Δηλαδή, κατά πόσο είναι εφικτή μια πορεία ανάκαμψης της χώρας μέσω της επιστροφής στη παλιά δραχμή, με το επιχείρημα της δυνατότητας υποτίμησης του νομίσματος και με αυτόν τον τρόπο ανάκτησης της περιβόητης «ανταγωνιστικότητας» της οικονομίας της χώρας.

Ο τρόπος όμως που παρουσιάζεται το θέμα, δίνει την ευκαιρία στους υπερασπιστές του ευρώ, να αντιτείνουν και μάλιστα με αρκετά πειστικό τρόπο, για τους μη ειδικούς και μη γνωρίζοντες, ότι με το εξωτερικό χρέος της χώρας σε τόσο υψηλά επίπεδα και με την οριστική απομάκρυνση της χώρας από τις αγορές, η υποτίμηση θα είναι τόσο μεγάλη και ο πληθωρισμός καλπάζων, έτσι που η επιστροφή στη «δραχμή» θα αποδειχθεί μια καταστροφική περιπέτεια.

Στην πραγματικότητα τίποτε από αυτά δεν μπορεί να συμβεί, αν η μετάβαση σε Εθνικό νόμισμα γίνει με επιλογή μας και με βάση ολοκληρωμένο σχέδιο. Αλλά οι «αστικοί» μύθοι καλά κρατούν ελέω διατεταγμένης δημοσιογραφίας και πληρωμένης καθηγητικής αυθεντίας.

Πρόσφατα μάλιστα, επανήλθε στη συζήτηση η περίφημη λύση «Σόιμπλε», δηλαδή η επιβολή στην Ελλάδα ενός παράλληλου με το ευρώ νομίσματος, είτε με την μορφή IOU, είτε με τη μορφή νέου υποτιμήσιμου νομίσματος, απόλυτα ελεγχόμενου από τους μηχανισμούς της ευρωένωσης, σε αντάλλαγμα της παραμονής μας στην ευρωένωση, με τη συνοδεία (ή όχι) μιας απομείωσης του χρέους.

Το δίλημμα όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να τίθεται με τον τρόπο που επιχειρείται. Βεβαίως τα τελευταία χρόνια, ο διάλογος κυρίως μέσω των ΜΜΕ διεξάγεται με «τσιτάτα» και με απλοϊκές ερωτήσεις και ακόμα πιο απλοϊκές απαντήσεις, που μένουν στα επιφαινόμενα και ποτέ δεν εμβαθύνουν στην ουσία των πραγμάτων. Η προσπάθεια, λοιπόν, ανάπτυξης μιας ουσιαστικής σε βάθος συζήτησης και ανάδειξης όλων των πλευρών ενός τέτοιου κορυφαίου ζητήματος και μάλιστα με την σωστή τους σειρά, αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα κάτω από αυτές τις συνθήκες πλήρους σύγχυσης.

Το νόμισμα ως μέσο ελέγχου και επιβολής εξουσιαστικών δομών.

Το νόμισμα, θεωρείται -και εν πολλοίς είναι- ένα εργαλείο διευκόλυνσης των πάσης φύσεως οικονομικών συναλλαγών. Όμως, πέραν της χρήσης του ως «εργαλείου» εξυπηρέτησης του οικονομικού γίγνεσθαι, είναι λάθος να το αντιμετωπίζουμε (μόνον) ως τέτοιο, επειδή εξ αιτίας της χρησιμότητας και της αναγκαιότητάς του, διαμορφώνεισχέσεις, εξαρτήσεις, ισορροπίες και ανισορροπίες, άρα δημιουργεί συσχετισμούς δύναμης, συνεπώς όρους και δομές εξουσίας.

Είναι προφανές, ότι αυτός που καρπούται τα οφέλη από την κυκλοφορία του χρήματος είναι αυτός που το κατέχει. Δηλαδή, πρώτα και κύρια, ο εκδότης του νομίσματος και διακινητής του. Όλοι οι υπόλοιποι, που το χρησιμοποιούν για τις συναλλαγές τους, επωφελούνται, ή ζημιώνονται, ανάλογα με τους όρους διακίνησης και κυκλοφορίας του νομίσματος, που επιβάλει κάθε φορά ο κάτοχός του και οι οποίοι σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατό να αντιστρατεύονται τα δικά του συμφέροντα.

Με τον τρόπο αυτόν το χρήμα, άρα και αυτός που εκδίδει το νόμισμα και το θέτει στην κυκλοφορία με τους όρους που τον εξυπηρετούν, παρεμβαίνει αποφασιστικά στον τρόπο που διαμορφώνονται οι οικονομικές σχέσεις. Δημιουργεί, έτσι, ευνοϊκούς για τον ίδιον συσχετισμούς δύναμης, και αναγνωρίζεται σταδιακά ως μοναδικός διαμορφωτής της κοινωνικής και πολιτικής διαδικασίας και εξέλιξης, καθιστάμενος η ουσιαστική πηγή εξουσίας. Όλα και όλοι υποτάσσονται στη δική του βούληση, αφού αυτός μπορεί να ελέγχει τα πάντα.

Το χρήμα λοιπόν με τη μορφή του εκδιδόμενου νομίσματος καθίσταται εργαλείο ελέγχου και επιβολής, άρασημαντικό μέσον κατάκτησης και διατήρησης της εξουσίας.

Γνωστά και αυτονόητα όλα αυτά θα πει κάποιος, ενδεχομένως όχι για όλους. Παρ’ όλα αυτά, τι σχέση μπορεί να έχουν με το ερώτημα ευρώ, ή δραχμή;

Ιδιωτικό νόμισμα και Δημοκρατία είναι ασύμβατες έννοιες.

Έχει σχέση γιατί ακριβώς πριν τεθεί το ερώτημα τι είδους νόμισμα πρέπει να έχουμε, οφείλουμε να απαντήσουμε στο πρώτο και κυρίαρχο ζήτημα του ελέγχου και της εξουσίας. Ποιος τελικά κάνει κουμάντο σε μια κοινωνία, ποιος κρατάει τα κλειδιά μιας ολόκληρης χώρας;

Η ανθρωπότητα μέσα από σκληρές δοκιμασίες αιώνων και αιματηρών συγκρούσεων πολλές φορές, απεφάνθη οριστικά ήδη εδώ και διακόσια περίπου χρόνια. Οι λαοί πρέπει να κάνουν κουμάντο. Αυτοί πρέπει να αποφασίζουν σύμφωνα με το συλλογικό τους συμφέρον.

Έτσι διατυπώθηκαν τα πρώτα δημοκρατικά συντάγματα που όριζαν ως υπέρτατο αγαθό τη Λαϊκή Κυριαρχία και ότι η εξουσία ασκείται από τον ίδιο το λαό μιας χώρας μέσω των δημοκρατικών θεσμών αντιπροσώπευσης (κοινοβουλευτισμός) και προς όφελός του.

Όσο ατελής κι αν αποδεικνύεται ο κοινοβουλευτισμός στην εμπέδωση της Δημοκρατίας σε μια χώρα, η Λαϊκή Κυριαρχία μπορεί να λειτουργεί αρκετά αποτελεσματικά στο βαθμό που η κοινωνική πλειοψηφία διαθέτει τα εργαλεία προς τούτο.

Αν οι λαϊκοί αγώνες συνεχίστηκαν έκτοτε, ήταν για εμβάθυνση της δημοκρατίας και για την επικράτηση της οικονομικής δημοκρατίας που θα έδινε ουσιαστικό περιεχόμενο στη λαϊκή κυριαρχία και την πολιτική έκφραση της Δημοκρατίας με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.

Εάν λοιπόν ισχύουν τα προηγούμενα περί του νομίσματος και των σχέσεων εξουσίας που διαμορφώνει, τότε η κοινωνία μιας χώρας μπορεί να είναι δημοκρατική και να εξελίσσεται ως τέτοια, στο βαθμό που ελέγχει τις οικονομικές της συναλλαγές, είτε αυτές αφορούν στο εσωτερικό της, είτε σε σχέση με άλλες χώρες, δηλαδή, στο βαθμό που μπορεί να ελέγχει το νόμισμα και την κυκλοφορία του.

Αν, λοιπόν, το νόμισμα ελέγχεται απ’ ευθείας από το λαό μέσω των θεσμικών του οργάνων έκφρασης της κυριαρχίας του, δηλαδή του (κοινωνικά ελεγχόμενου) κράτους και των μηχανισμών του, τότε η Δημοκρατία πραγματώνεται και εμβαθύνεται ανάλογα με τις ανάγκες και το βαθμό ωρίμανσης της ίδιας της κοινωνίας.

Βεβαίως το νόμισμα δεν αποτελεί, σε καμιά περίπτωση, από μόνο του ικανή συνθήκη της δημοκρατικής λειτουργίας μιας κοινωνίας, ή μιας χώρας, αλλά οπωσδήποτε είναι αναγκαία απαίτηση, γιατί χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει στοιχειωδώς δημοκρατία.

Αν αντίθετα το νόμισμα και η κυκλοφορία του ελέγχεται από άλλα κέντρα, όπως π.χ. από μια μικρή ολιγαρχική ομάδα, άρα είναι ιδιωτικό, τότε η δημοκρατία σταδιακά καταλύεται, αφού η λαϊκή κυριαρχία ατονεί, η εξουσία περνάει σταδιακά, μέσω των συσχετισμών που διαμορφώνονται, στα χέρια αυτής της ολιγαρχικής ομάδας και το κράτος από οργανωμένη έκφραση της κοινωνικής πλειοψηφίας, που οφείλει να είναι, μετατρέπεται σε όργανο επιβουλής και επιβολής των συμφερόντων αυτής της ολιγαρχίας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί π.χ. το κοινοβούλιο, ακόμα και η δικαστική εξουσία, μετατρέπονται με τη σειρά τους σε εργαλεία και μηχανισμούς εξυπηρέτησης των συμφερόντων αυτής της μικρής ομάδας, αν δεν καταλυθούν πλήρως.

Ευρώ και Εθνική Ανεξαρτησία είναι ασύμβατες έννοιες.

Αν αυτό μπορεί να συμβαίνει στο εσωτερικό μιας χώρας με μια μικρή ολιγαρχική ελίτ να εξουσιάζει μέσω του προνομίου της να εκδίδει και να ελέγχει το νόμισμα και την κυκλοφορία του, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τι μπορεί να συμβαίνει, όταν το νόμισμα και όλες οι οικονομικές συναλλαγές ελέγχονται από εντελώς ξένα ιδιωτικά κέντρα. Δηλαδή, όταν μια χώρα έχει, έστω οικιοθελώς, παραδώσει το προνόμιο της έκδοσης και κυκλοφορίας του νομίσματός της σε ξένες δυνάμεις, οι οποίες έτσι καθίστανται κυριαρχικές και η χώρα τίθεται υπό αυστηρή κηδεμονία.

Όλες της οι λειτουργίες δεν μπορούν παρά να ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντα αυτών των ξένων δυνάμεων, οι οποίες μέσω της νομισματικής κυκλοφορίας καθιστούν τη χώρα όμηρο στις δικές τους βουλήσεις και το λαό της υποτελή και παρία.

Αυτό συνέβη με την περίπτωση του ευρώ. Η Ελλάδα (και όχι μόνο), απεμπολώντας τη νομισματική της κυριαρχία στους μηχανισμούς της ευρωζώνης, αναγκάστηκε προκειμένου να καλύπτει τις ανάγκες χρηματοδότησής της σε υπερδανεισμό. Έτσι με πρόσχημα το μεγάλο εξωτερικό χρέος, που συσσωρεύτηκε με εργαλείο το νόμισμα (ευρώ), μετατράπηκε σε εσωτερική αποικία χρέους της ευρωένωσης, με την πρώτη ευκαιρία που παρουσιάστηκε.

Να γιατί λοιπόν το δίλημμα ευρώ ή δραχμή, όπως τίθεται, είναι επί της ουσίας ψευτοδίλημμα. Γιατί δεν έχει νόημα αυτό καθ’ αυτό πως θα ονομάζεται, ή η ισοτιμία του με άλλα νομίσματα, αλλά ποιος το ελέγχει.

Το ευρώ έτσι κι αλλιώς ελέγχεται από τρίτους, οι οποίοι από «εταίροι» μετατράπηκαν σε δανειστές μας και εν τέλει επικυρίαρχοί μας. Η δραχμή ή οποιοδήποτε άλλο νόμισμα μπορεί να μας επιβληθεί από τους ίδιους επικυρίαρχους (λύση Σόιμπλε - διπλό νομισματικό), προκειμένου να ολοκληρωθεί η ρευστοποίηση της χώρας που ξεκίνησε με τις πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης, με μια βίαιη εξωτερική υποτίμηση, θα έλθει να ολοκληρώσει την καταστροφή.

Συνεπώς είτε με δραχμή, είτε με ευρώ το ζήτημα είναι ποιος ασκεί τον έλεγχο.

Ιδιωτικό υπερεθνικό νόμισμα, ή Εθνικό Κρατικό;

Έτσι το πραγματικό ερώτημα είναι: ξένο (ή εγχώριο) ιδιωτικό νόμισμα, ανεξάρτητα από το πώς αυτό θα ονομάζεται, ήΕθνικό Κρατικό νόμισμα, πάλι ανεξάρτητα από το πώς αυτό θα ονομαστεί.

Το Εθνικό Κρατικό νόμισμα διαφοροποιείται από άλλους τύπους νομισμάτων, αφού αυτό εκδίδεται, ελέγχεται και διακινείται από την ίδια την πλειοψηφία της κοινωνίας μέσα από τις κρατικές δομές μιας χώρας, άρα αυτό διευκολύνει την ανάπτυξη συσχετισμών τέτοιων προς όφελος των δημοκρατικών θεσμών, της εμβάθυνσής τους, της οικονομικής αυτοτέλειας και εν τέλει της ευημερίας μιας κοινωνίας, μέσω μιας ολοένα και πιο δίκαιης κατανομής του παραγόμενου πλούτου.

Στην Ελλάδα ουδέποτε υπήρξε Εθνικό Κρατικό νόμισμα με αυτήν την έννοια. Την περίοδο της δραχμής, το νόμισμα ήταν επί της ουσίας ιδιωτικό, με περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης του κράτους ως εκφραστή των κοινωνικών συμφερόντων, το οποίο με τη σειρά του εξ αρχής οικοδομήθηκε για να εξυπηρετεί στο διηνεκές τα συμφέροντα μιας μειοψηφούσας ελίτ, πλήρως εξαρτώμενης από ξένες δυνάμεις.

Με το ευρώ πραγματοποιήθηκε, απλά, μεταβίβαση της «ιδιοκτησίας» του νομίσματος. Δηλαδή, του δικαιώματος έκδοσής του και ελέγχου της κυκλοφορίας του. Έτσι, από ένα σύστημα που απαρτίζονταν από την εγχώρια ολιγαρχία και κάποιους ξένους τραπεζικούς κολοσσούς, με μικρή, αλλά υπαρκτή όμως, συμμετοχή του κράτους, η νομισματική «ιδιοκτησία» και κατ’ ακολουθία η νομισματική κυριαρχία μεταβιβάστηκε σε άλλα υπερεθνικά κέντρα. Τα υπερεθνικά αυτά κέντρα αναφέρονται απ’ ευθείας στις μεγάλες χρηματαγορές και εκφράζονται από τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης, όπως είναι η ΕΚΤ, χωρίς τη παραμικρή δυνατότητα παρέμβασης από τη πλευρά του ελληνικού κράτους.

Το γιατί η εγχώρια ολιγαρχία και το εξαρτώμενο από αυτήν πολιτικό προσωπικό συνηγόρησε σε αυτή τη μεταβίβαση του κορυφαίου δικαιώματος έκδοσης και κυκλοφορίας του νομίσματος, έχει να κάνει με τον παρασιτικό της χαρακτήρα και την πάγια πρόσδεσή της σε υπερεθνικά συμφέροντα, από όπου ανέκαθεν αντλούσε την ισχύ της. Έτσι έκρινε ότι, έστω και αποστερημένη του προνομίου έκδοσης του νομίσματος, θα μπορούσε να διατηρήσει αλώβητα τα υπόλοιπα προνόμιά της, ενώ, αντίθετα, αποκομμένη από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι θα αναγκάζονταν να παραμεριστεί από τις λαϊκές δυνάμεις. Τις δυνάμεις δηλαδή της εργασίας και της πραγματικής δημιουργίας πλούτου, οι οποίες και θα εύρισκαν την ευκαιρία να αναπτύξουν δυναμική ανάληψης της εξουσίας. Γι’ αυτό όταν μας μιλούν ότι αν θα φύγουμε από το ευρώ θα απομονωθούμε, αυτό ακριβώς εννοούν. Ότι θα απομονωθούν οι ίδιοι και θα χάσουν κάθε προνόμιο, κάθε έρεισμα και δυνατότητα άσκησης εξουσίας.  

Στην περίπτωσή λοιπόν του ευρώ έχουμε διπλό πρόβλημα. Πρώτα γιατί το νόμισμα κατέχεται από μια ολιγαρχία που λειτουργεί προς όφελός της, μακριά από τα πραγματικά συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας. Απομυζά έτσι, με εργαλείο το νόμισμα και το χρέος που αυτό δημιουργεί, τον παραγόμενο πλούτο στη χώρα. Δεύτερον, γιατί αυτή η ολιγαρχία είναι υπερεθνική και βρίσκεται πολύ μακριά από την εμβέλεια των όποιων δυνατοτήτων μπορεί να αναπτυχθούν στο εσωτερικό της χώρας για τη δημιουργία ευνοϊκών συσχετισμών δύναμης επηρεασμού των όποιων αποφάσεων προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων. Οι κυβερνήσεις μετατρέπονται σε τοποτηρητές των ξένων ολιγαρχών και η πολιτική επιβίωσή τους εξαρτάται άμεσα από αυτούς και από το κατά πόσο ικανοποιητικά εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους και καθίστανται εντελώς αναλώσιμες σε σχέση με αυτά. Οι όποιες λαϊκές αντιδράσεις αντιμετωπίζονται με πρωτόγνωρη καταστολή.

Η επιλογή -όσο μπορεί να υπάρχει ακόμα- είναι η σωτηρία μέσω της ανάκτησης της Εθνικής Ανεξαρτησίας, ή η καταστροφή και ο ανδραποδισμός.

Να γιατί με το υπάρχον καθεστώς του ευρώ δεν μπορεί να υπάρξει η παραμικρή δυνατότητα ουσιαστικής διαπραγμάτευσης και η κατάσταση θα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Αφού στρατηγική επιλογή των επικυρίαρχων, είναι η απόλυτη πολιτική και οικονομική ηγεμονία. Μια ηγεμονία που υλοποιείται με χειρουργική ακρίβεια, μέσω της εσωτερικής υποτίμησης και της τιμαριοποίησης της χώρας σε ειδικές οικονομικές ζώνες, που σταδιακά επιβάλλονται. Έτσι επιδιώκουν την κυριότητα, τη νομή και την κατοχή σε ένα χώρο, που υπήρχε κάποτε ως, έστω ημιανεξάρτητη, χώρα.

Να γιατί, επίσης, ο ταξικός αγώνας από τις εργαζόμενες τάξεις για την ανάκτηση του ελέγχου των παραγωγικών δομών της οικονομίας, προσλαμβάνει, στην περίπτωσή μας, χαρακτήρα εθνικό και απελευθερωτικό. Γιατί αν δεν αποκατασταθεί πρώτα η Εθνική Ανεξαρτησία με πρώτο βήμα την ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας, δεν μπορούμε να μιλάμε για παραγωγική ανασυγκρότηση, για εργατικά δικαιώματα, ούτε καν για αυτονόητες δημοκρατικές ελευθερίες, πολύ περισσότερο για κοινωνική αλλαγή και απελευθέρωση. Αντίθετα θα διολισθαίνουμε ολοένα και πιο πολύ σε μια απρόσωπη και απόμακρη -τόσο, ώστε η δυνατότητα απόκρουσης και ανατροπής της να είναι αδύνατη-,δικτατορία. Και αυτή η δικτατορία επιβάλλεται σταδιακά με όρους πραγματικής ξένης κατοχής

Να γιατί το ευρώ προσπαθεί να επιβληθεί μέσω της ασύστολης προπαγάνδας των καθεστωτικών ΜΜΕ, της παραπλάνησης, της σύγχυσης, των εκβιαστικών διλημμάτων, του εκφοβισμού και της τρομοκρατίας μέσα από την απροκάλυπτη καταστολή.

Να γιατί τα φληναφήματα περί υποτίμησης και ξέφρενου πληθωρισμού, δεν μπορούν να αποτελέσουν επιχειρήματα παραμονής μας στο ευρώ ακόμα κι αν μπορούσαν να ισχύουν, γιατί τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί με την καταστροφή που συμβαίνει τώρα.

Γι’ αυτό πραγματικό δίλημμα δεν υπάρχει. Η επιλογή για κάθε Έλληνα πολίτη, δημοκράτη και πατριώτη, είτε είναι δεξιός, είτε αριστερός είναι μια και μοναδικήΕθνικό Κρατικό νόμισμα με ταυτόχρονη άρνηση αναγνώρισης του χρέους και δια παντός παύση αποπληρωμής του, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. (δες εδώεδώ και εδώ)

Μόνον έτσι η χώρα θα απελευθερωθεί από την ξένη εξάρτηση και την κατοχή από ξένους επίβουλους καταχτητές, τις εγχώριες παρασιτικές ελίτ και τους διψασμένους για χρήμα και εξουσία πολιτικούς τους εκφραστές.

Μόνον έτσι η κοινωνία θα ανασάνει και εγκαθιδρύοντας πραγματική Δημοκρατία μέσω νέας Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης θα μπορέσει να ορθοποδήσει.

Μόνον έτσι θα αποκατασταθεί η κοινωνική δικαιοσύνη και θα ανοίξει ο δρόμος για την προκοπή και την ευημερία.

Μόνον έτσι θα εκπληρωθεί, παράλληλα, το διεθνιστικό καθήκον του εργαζόμενου λαού, μπαίνοντας στη πρωτοπορία έμπρακτης αμφισβήτησης του κεφαλαιοκρατικού τέρατος, καταφέρνοντας συντριπτικά πλήγματα στους μηχανισμούς ολοκλήρωσης και αναπαραγωγής του. Μόνον έτσι, τελικά, θα δημιουργηθούν, αργά αλλά σταθερά, προοπτικές πραγμάτωσης ενός υψηλότερου σταδίου πολιτισμού και μιας ανώτερης κοινωνικής οργάνωσης που θα απελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της εκμετάλλευσής του.

Μια αναλυτική ρεαλιστική προσέγγιση για το τι μπορεί να μας συμβεί σε μια τέτοια προοπτική μετάβασης σε εθνικό κρατικό νόμισμα, υπάρχει εδώ.

Σημείωση: Το άρθρο αυτό αποτελεί επικαιροποίηση παλαιότερου με τον ίδιο τίτλο.

*Ο Όθωνας Κουμαρέλλας είναι μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΕΠΑΜ

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Διόδια: μια κυνική, καθημερινή ληστεία.





Όλοι μάθαμε στο σχολείο για το ληστή Σκίρωνα,
 που  παραμόνευε στην Κακιά Σκάλα τους 
περαστικούς, τους λήστευε και μετά τους
 κλωτσούσε στα βράχια. Μέχρι που ο Θησέας
 τον έκανε με τα κρεμμυδάκια.

Όλοι έχουμε δει ένα γουέστερν, όπου οι κακοί 
ληστές έριχναν ένα δέντρο και σταματούσαν
 την άμαξα και μετά λήστευαν αγρίως τους 
επιβάτες. Ή που χαλούσαν τις γραμμές για
 να μπουκάρουν μέσα στο τρένο και να 
μην αφήσουν ούτε μανικετόκουμπο στους
 άτυχους καουμπόηδες.

Το πρώτο ήταν μύθος, το δεύτερο ανήκει 
σε περασμένες εποχές. Θα μου πείτε, που
 τα θυμήθηκες τώρα; Αυτά τα πράγματα δε
γίνονται σήμερα. Ποιος μπορεί να ληστεύει
 περαστικούς, με τόση αστυνομία και τη 
σημερινή τεχνολογία; Έλα ντε!

Δυστυχώς, σήμερα υπάρχουν «ληστές» 
που κάνουν το Σκίρωνα και τους
 καουμπόηδες να μοιάζουν με βυζανιάρικα
 γατάκια. Κλέβουν τους ταξιδιώτες κάθε μέρα,
 χιλιάδες φορές. «Ένα διαχρονικό οικονομικό
 έγκλημα εις βάρος του Ελληνικού λαού», 
όπως είπε μια ψυχή, που σήμερα παριστάνει
 τον πρωθυπουργό. Και μάλιστα, κλέβουν
 με την προστασία του Νόμου και
 της Πολιτείας. Χρησιμοποιούν την τεχνολογία 
(κάμερες κλπ), για να μην  ξεφύγει 
κανένα θύμα τους. Τοποθετούν μεταλλικές 
μπάρες, ώστε να εγκλωβίσουν τους κακόμοιρους,
 παραβιάζοντας κάθε έννοια του Συντάγματος
 περί ελεύθερης πρόσβασης των Ελλήνων
 στους δρόμους τους. Η δε τροχαία έχει 
αναλάβει με ιερό πάθος και φανατισμό, την 
προστασία των "ληστών" από τυχόν κακοπληρωτές.

Ποιοι είναι αυτοί οι «ληστές»;  Είναι οι γνωστοί 
εθνικοί εργολάβοι (και μερικές ξένες εταιρείες)
 που λυμαίνονται το δημόσιο πλούτο εδώ και
 δεκαετίες. Αποκαλούνται με το εξόχως 
εφευρετικό «παραχωρησιούχοι».

Το 2007, ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ
 επί κυβέρνησης Καραμανλή, Σουφλιάς 
με τ’ όνομα, υπέγραψε λεόντειες  (επιεικώς)
 συμβάσεις με εργολάβους, στους οποίους
 παρέδωσε, χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα,
 κάτι που δεν ήταν δικό του: τους ελληνικούς 
εθνικούς δρόμους. Οι δρόμοι είναι δημόσιο
 αγαθό. Δεν είναι ούτε του υπουργού, ούτε
 της κυβέρνησης. Είναι δικοί μας, του κάθε 
Έλληνα πολίτη. Τους φτιάξαμε εμείς, 
οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας,
 πληρώνοντας καμιά δεκαριά φορές 
πάνω από την αξία τους.

Δεν πρωτοτύπησε ο Σουφλιάς. Πρώτος 
διδάξας, ήταν ένας άλλος τιτάνας της
 πολιτικής σκηνής αυτής της έρμης χώρας
. Ο ορκισμένος σοσιαλιστής Κώστας 
Λαλιώτης. Αυτός, το 1996, υπέγραψε με το
Μπόμπολα, την περίφημη σύμβαση για την 
κατασκευή και «αξιοποίηση» της Αττικής οδού.

Τι προέβλεπαν οι συμβάσεις, μεταξύ άλλων πολλών 
τεράτων; Οι εταιρείες θα έβαζαν από την τσέπη 
τους, το πολύ το 10% του κεφαλαίου για την 
κατασκευή κάποιων νέων δρόμων. Με μια μικρή 
υπερτιμολόγηση, το 10% μείον γίνεται 10% συν…

Τα υπόλοιπα χρήματα θα τα έβαζαν οι ηλίθιοι. 
Εμείς δηλαδή. Είτε με κρατική χρηματοδότηση,
 είτε με τραπεζική χρηματοδότηση (τις τράπεζες 
τις ανακεφαλαιοποιούμε εμείς οι κουβαρντάδες),
 είτε φυσικά μέσω των διοδίων. 
Πληρώνουμε ένα κάρο λεφτά, σε υπάρχοντα
 δρόμο για έναν άλλον που ΘΑ γίνει αλλού. 
Ωραία πράματα. Θα πιάσω και εγώ ένα άδειο 
χώρο μέσα στην πόλη και θα ζητάω από τον 
κόσμο να μου δίνει λεφτά για τις τυρόπιτες, που
 ΘΑ του πουλάω σε άλλο μαγαζί λίγα χρόνια
 αργότερα. Φυσικά, δε θα μάζευα φράγκο τσακιστό.
 Στους εργολάβους, γιατί τα δίνουμε αβασάνιστα;

Η πρώτη ερώτηση που έρχεται στο μυαλό του
 μη ραγιά, είναι η εξής: αφού εμείς τα πληρώνουμε
 όλα, γιατί δεν έφτιαχνε το κράτος τους δρόμους
 και να μην έχουμε ανάγκη κανέναν; 
Να μην πληρώνουμε στα αρπακτικά, αιωνίως ,
διόδια κάθε 5 χιλιόμετρα; Στο κάτω κάτω της γραφής,
 τόσα λεφτά δεν έχει πληρώσει ο καταταλαιπωρημένος
 λαός μας για τους δρόμους; Υπέρ ΤΕΟ στην 
ασφάλιση του αυτοκινήτου, παράβολα για 
τις άδειες, αμέτρητα τέλη κυκλοφορίας και
 πάει λέγοντας. Που είναι αυτά τα λεφτά; 
Για τους μελλοντικούς δρόμους δεν πήγαιναν;

Η δεύτερη ερώτηση που γεννιέται είναι η εξής:
 η Δικαιοσύνη τι κάνει για όλα αυτά; Η απάντηση 
εδώ είναι πιο απλή: το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;

Γιατί, μέσα στην κόλαση που ζούμε, θυμήθηκα
 τώρα τα διόδια; Που είναι μπαγιάτικη  ιστορία, 
άλλωστε. Διότι διάβασα σε ρεπορτάζ
 κυριακάτικης εφημερίδας, ότι ετοιμάζονται 
να φτιάξουν 10 νέους σταθμούς διοδίων 
στην Εγνατία οδό. Ούτε ένα, ούτε δύο,
 αλλά  δέκα!!!

Η ολοκαίνουργια Εγνατία, πληρωμένη 
και αυτή από τους Έλληνες φυσικά, μπήκε
 στο ΤΑΙΠΕΔ και πάει για ξεπούλημα διάρκειας
 40 χρόνων, αντί 100 εκ. ευρώ (σύμφωνα με δημοσίευμα), 
όταν τα ετήσια έσοδα είναι πάνω από 50 εκ. 
Επικερδείς , συμφωνίες, έτσι; Όχι, παίζουμε. Τ
ο ξεπούλημα και τα νέα διόδια, 
είναι προαπαιτούμενα των «θεσμών». Αφού η Εγνατία
 ιδιωτικοποιείται, γιατί κόπτονται να μπουν 
τώρα οι νέοι σταθμοί ξαλαφρώματος οδηγών;
 Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Τ
ο ξένο βαμπίρ, που θα πάρει τσάμπα 
ένα δρόμο που πληρώσαμε εμείς, γεμάτο
 διόδια και θα μας πίνει το αίμα με αυτά.
 Τόσο όμορφο και απλό.

Αν προσθέσουμε και τους υπάρχοντες
 «παραχωρησιούχους», η κατάσταση γίνεται αφόρητη. 
Σκεφτείτε, πως για να πάει κάποιος με
 το ΙΧ του, από την Καλαμάτα στη
 Θεσσαλονίκη, θα πρέπει να περάσει
 από δεκαεννέα (19) ολόκληρα διόδια  
(από την Πόλη μέχρι το Πεκίνο, λιγότερα 
θα συναντούσε) και να ακουμπήσει 43,50€!!! 
Για να γυρίσει, άλλα τόσα. 87€ σύνολο. 
Ψίχουλα. Αν έχει βάλει υγραέριο κίνησης 
στο αυτοκίνητό του, θα του έλθει πιο 
πολύ το κόστος των διοδίων, παρά του καυσίμου.
 Το ίδιο και για τη διαδρομή Αθήνα – Θεσσαλονίκη,
 όπου θα περάσει από 12 σταθμούς
 και θα πληρώσει 30,25€ κι άλλα τόσα για 
να γυρίσει. Στην Ελβετία, με μια κάρτα των 31€ 
κυκλοφορείς όλο το χρόνο σε όλους τους δρόμους,
 με συνεχείς γέφυρες και τούνελ. Η σύγκριση είναι
 εξοργιστική.

Είμαστε καταδικασμένοι να πληρώνουμε
 τους νόμιμους «ληστές» για πάντα; 
Όχι βέβαια. Όταν αποφασίσουμε να πάρουμε
 τη χώρα μας στα χέρια μας, ανάμεσα σε πολλές άλλες,
 θα απαλλαγούμε κι από αυτή την ληστεία
 και αυτοί που τώρα μας ληστεύουν, θα τα βρουν
 με την πραγματική Δικαιοσύνη
. Είναι μόνο στο χέρι μας και κανενός άλλου.

Μιχάλης Αριδάς, μέλος της ΠΓ του ΕΠΑΜ

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Το ΕΠΑΜ θα συνεχίσει τον αγώνα στα Ειρηνοδικεία.



Ανακοίνωση

Μια απάντηση στην Συντονιστική Επιτροπή των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος

Παράτηναπόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος για αποχή των συμβολαιογράφων από τη διενέργεια πλειστηριασμών αύριο ημέρα Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016, το ΕΠΑΜ, ως ο βασικός μοχλός του κινήματος κατά των πλειστηριασμών, καλεί τον ελληνικό λαό να συμμετάσχει στα συλλαλητήρια που έχουν προγραμματιστεί πανελλαδικά έξω από τα Ειρηνοδικεία της χώρας.

Η αρπαγή της ιδιωτικής περιουσίας του λαού, κάτω από συνθήκες άγριας περικοπής των εισοδημάτων, δημευτικής φορολογίας και υπό καθεστώς μνημονιακής κατοχής, συνιστά παραβίαση θεμελιωδών διατάξεων του συντάγματος, και συγκεκριμένα των άρθρων 17, 21 παρ. 4 και 25. Είναι αδιανόητο να δημεύεται για λογαριασμό των "αγορών" η ιδιωτική περιουσία, καθώς η πλειονότητα του λαού οδηγείται σκόπιμα σε βιοτικό στραγγαλισμό. Από το 2010 και μετά, κανένας πλειστηριασμός δεν πρέπει να γίνεται ανεκτός.

Επομένως, η επιλεκτική αναφορά του συντονιστικού του συνδικαλιστικού οργάνου των συμβολαιογράφων αποκλειστικά και μόνο στην πρώτη κατοικία, φαίνεται να στοχεύει στην διάσπαση του κινήματος κατά των πλειστηριασμών.

Η προσπάθειά τους, 
α) να διασφαλίσουν «την νομιμότητα και την ομαλότητα της διαδικασίας» της αντισυνταγματικής εκπλειστηριάσεως της λαϊκής περιουσίας, και 
β) η αναγόρευση, τής σε κάθε περίπτωση απαραίτητης συμμετοχής του συμβολαιογράφου ως μοναδική εγγύηση «της νομιμότητας και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών» είναι υποκριτική. Ουσιαστικά το συντονιστικό, καλεί τους συμβολαιογράφους ν’ αποτελέσουν άλλοθι για την παράνομη διαδικασία δήμευσης της περιουσίας του Έλληνα πολίτη.

Καλούμε τους συμβολαιογράφους να υπερασπίσουν την ιδιότητά τους ως δημόσιου λειτουργού, δεδομένου ότι το καθεστώς προετοιμάζει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης και την ανάθεση του συμβολαιογραφικού λειτουργήματος σε περισσότερο αγοραία και πειθήνια χέρια.

Το ΕΠΑΜ, με το ειδικό βάρος του στο κίνημα κατά των πλειστηριασμών, θα συνεχίσει να αγωνίζεται, όχι μόνο για την διαφύλαξη της πρώτης κατοικίας, αλλά για την περιουσία του ελληνικού λαού, όπως επιτάσσει η υπεράσπιση της συνταγματικής Νομιμότητας.

Θα συνεχίσουμε τον αγώνα, για να προασπίσουμε την περιουσία των Ελλήνων, δημόσια και ιδιωτική και για να επιστραφεί στα χέρια τους οτι δημεύτηκε μετά την ανατροπή του καθεστώτος κατοχής.


Αθήνα 12 Οκτωβρίου 2016

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Ο στρατηγός Τσε Γκεβάρα! Κορυφαίος στον ανταρτοπόλεμο σε θεωρία και πράξη!


che


Προχθές ήταν η επέτειος της δολοφονίας του Τσε Γκεβάρα.Τον εκτέλεσαν πράκτορες της CIA στη Βολιβία.Είναι χωρίς καμία αμφιβολία ο πιο διάσημος επαναστάτης.
Ο Τσε Γκεβάρα είχε σπουδάσει ιατρική αλλά η ζωή και οι ιδέες του τα ‘φεραν έτσι για να γίνει επαναστάτης αλλά και στρατιωτικός ηγέτης. Αυτή τη τελευταία του ιδιότητα αναλύει διεξοδικά ο συνάδελφος δημοσιογράφος και συγγραφέας Πάνος Πικραμμένος σε κείμενό του που  περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή. 
Διαβάστε για τη στρατιωτική σκέψη του Τσε Γκεβάρα όπως την “διάβασε” και την μεταφέρει στο κείμενό του ο Πάνος Πικραμμένος:
Στις 21 Ιουλίου 1957, ο Τσε προάγεται για πρώτη φορά στον βαθμό του «κομαντάντε», δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή. Μέχρι τώρα, παρά την συμμετοχή του στις μάχες που κάποιες φορές έφτανε τα όρια του ηρωισμού, τα επίσημα καθήκοντά του περιορίζονταν σε αυτά του γιατρού της ομάδας. Στις σημειώσεις του, που αργότερα συνοψίστηκαν στο έργο «Ανταρτοπόλεμος», ο Τσε, γράφει τις σκέψεις του για την μεθοδολογία του αντάρτικου, μία εμπειρία που απέκτησε κυρίως την εποχή του αντάρτικου στην Σιέρα Μαέστρα και κατά την πορεία προς την Αβάνα.
Σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά του ανταρτοπόλεμου, ο Τσε Γκεβάρα προέβαλε για πρώτη φορά την άποψη ότι πρόκειται για μια μορφή πολέμου όπως όλες οι άλλες και επομένως έχει τα βασικά χαρακτηριστικά που έχει κάθε πόλεμος, όπως πολιτικό στόχο, αυξημένη σημασία του αστάθμητου παράγοντα και της φθοράς, τον ζωτικό ρόλο του στρατιωτικού διοικητή κ.ά.
Κατά την άποψη του, φορέας της επαναστατικής αλλαγής είναι ο επαναστατικός στρατός. Ο επαναστατικός πόλεμος μπορεί να κερδηθεί ή να χαθεί ανάλογα με τον βαθμό της τεχνικής προετοιμασίας, της στρατιωτικής εμπειρίας και πάνω απ’ όλα της στρατιωτικής πειθαρχίας του στρατιωτικού πυρήνα, του «foco», όπως τον ονόμαζε. Ωστόσο αργότερα ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι το αντάρτικο δεν είναι πάντα πανάκεια για την αλλαγή μίας κοινωνίας.
Όταν μια κυβέρνηση είναι δημοκρατικά εκλεγμένη και έχει αφήσει χώρο για την έκφραση διαφορετικών πολιτικών απόψεων, η ένοπλη επανάσταση δεν ξεσπάει εύκολα και δεν πρέπει να αποκλείεται η ειρηνική δράση και αντίσταση ως «όπλο» για τις επιθυμητές πολιτικές αλλαγές.
Το έμψυχο υλικό ενός αντάρτικου κινήματος, σύμφωνα με τον Τσε στρατολογείται κυρίως από τον ανεκπαίδευτο πληθυσμό της υπαίθρου, ενώ αναφέρει λεπτομερώς πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν προβλήματα όπως η υποτυπώδης δομή και η πειθαρχία. Από αυτή την πεποίθησή του προκύπτει και η μεγάλη σκληρότητά που έδειχνε στους άνδρες του, όταν πίστευε ότι έβαζαν σε κίνδυνο τον αγώνα. Εκτελούσε αμέσως τους προδότες και τους λιποτάκτες, ενώ αντίθετα ήταν μεγαλόψυχος με τους στρατιώτες του εχθρού. 
Ο Τσε θεωρούσε απαραίτητους για την επανάσταση όσους έφεραν όπλα και μπορούσαν να συμμετέχουν σε μάχες. Αυτούς, θεωρούσε κύριους φορείς της επαναστατικής δράσης, ενώ τις φοιτητικές και εργατικές οργανώσεις στις πόλεις τις θεωρούσε απαραίτητες, μόνο σε ρόλο επιμελητείας και ανεφοδιασμού. 
Ο Τσε πιστεύει ότι το κίνημα στις πόλεις είναι ανεπαρκές: «Μπορείτε να εκπαιδεύσετε τους ανθρώπους σας να αντέχουν τα χειρότερα βασανιστήρια στη φυλακή, αλλά δεν μπορείτε να τους μάθετε να χρησιμοποιούν πολυβόλο», παρατηρεί σε έναν από τους ηγέτες των πόλεων. 
Για τον Τσε ο λαός της υπαίθρου δίνει τους καλύτερους μαχητές του αντάρτικου, που γνωρίζουν τον τόπο, τους κατοίκους και τα ήθη της περιοχής, και που είναι συνηθισμένοι στη σκληραγωγία της βουνίσιας ζωής. Ως δεξαμενή στρατολόγησης, ο Τσε πίστευε ότι πιο κατάλληλη ήταν η αγροτική παρά η εργατική τάξη, αφού στις τότε συνθήκες της νοτίου Αμερικής επαναστατικό υποκείμενο, δηλαδή το κοινωνικό στρώμα που είχε λόγους να κάνει επανάσταση, δεν ήταν οι βιομηχανικοί εργάτες, όπως κήρυσσε η ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία, αλλά οι αγρότες. Αυτό γιατί στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και ειδικά στη Λατινική Αμερική, δεν υπήρχε ανεπτυγμένη βιομηχανία ώστε να υπάρξει και υπολογίσιμος αριθμός δυσαρεστημένων εργατών που να έχουν αποκτήσει επαναστατική συνείδηση και να επιθυμούν επαναστατικές αλλαγές. 
Ο Τσε πίστευε ότι η δημιουργία μικρών «πυρήνων», αρκούσε για να προκαλέσει την έναρξη μίας επαναστατικής διαδικασίας, τουλάχιστον στην Λατινική Αμερική της εποχής εκείνης. Mια επιτυχία ενός αντάρτικου κινήματος η υποστήριξη του πληθυσμού θεωρείται αναγκαίος όρος, δηλαδή οι αντάρτες χρειάζονται την λαϊκή υποστήριξη. Ο Τσε δεν έπαυε να τονίζει ότι «η γνώση του εδάφους και η συνεργασία του λαού αποτελούν απαραίτητα συστατικά της επιτυχίας. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια, δεν μπορεί να γίνει αντάρτης μαχητής… Οι εχθροπραξίες πρέπει να γίνονται πάντα σε έδαφος ευνοϊκό για τους αντάρτες».
Στο άρθρο του «Ανταρτοπόλεμος, μια μέθοδος» και σε ό,τι αφορά την συνεργασία των ανταρτών με τον λαό, o Τσε Γκεβάρα είναι σαφής: «Αυτοί που θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας την πάλη των μαζών, ως εάν επρόκειτο για δύο αντίπαλες πάλες, είναι άξιοι επικρίσεως. Είμαστε αντίθετοι σ΄ αυτή τη θέση. Το αντάρτικο είναι πόλεμος του λαού, δηλαδή μαζική πάλη. Το να ισχυρισθεί κανείς πώς θα κάνει ανταρτοπόλεμο χωρίς την υποστήριξη του πληθυσμού, είναι σα να πηγαίνει σε αναπόφευκτη πανωλεθρία. Το αντάρτικο είναι η μαχόμενη πρωτοπορία του λαού …στηριζομένη στην πάλη των μαζών των χωρικών και των εργατών της περιοχής και όλου του χώρου στον οποίο βρίσκεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι παραδεκτός ανταρτοπόλεμος». 
Αυτό είναι για τον Τσε το δίδαγμα όχι μόνο της κουβανέζικης επανάστασης, μα όλων των λαϊκών πολέμων, και ιδιαιτέρως, του επαναστατικού στρατού του Β. Βιετνάμ, που ήταν στα μάτια του Τσε, το παράδειγμα του πιο «ολοκληρωμένου οργανικού δεσμού μεταξύ μιας ένοπλης πρωτοπορίας και του λαού», όπου «ο ανταρτοπόλεμος δεν είναι παρά η έκφραση της πάλης των μαζών». Για τον Τσε σημαντικό είναι επίσης και το δίδαγμα της κινέζικης επανάστασης: 
Σε μια συνέντευξη του Απριλίου 1959 σε δημοσιογράφο της Λαϊκής Κίνας, υπογραμμίζει ότι είχε μελετήσει «προσεκτικά» τα στρατιωτικά κείμενα του Μάο τσε Τουνγκ, γεγονός που πιθανώς αναφέρεται όχι μόνο στις στρατιωτικές απόψεις των κειμένων του, αλλά επίσης και στην πολιτική τους βαρύτητα: την ανάλυση των δεσμών μεταξύ του αντάρτικου και των αγροτικών μαζών. Και γενικά για τον Τσε ο λαός είναι «η καρδιά του αντάρτικου»που βρίσκεται πίσω από κάθε ενέργεια, είναι ο αόρατος συνεργάτης που παρακολουθεί τον εχθρό, μεταφέρει ειδήσεις, εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, παρέχει στους μαχητές την αποτελεσματική του υποστήριξη τη συμμετοχή του, τη γενναιόδωρη προστασία του. 
Το κυριότερο όμως και αμιγώς στρατιωτικό χαρακτηριστικό ενός ανταρτοπόλεμου, είναι ότι πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς σταθερές στρατιωτικές επιδιώξεις. «Χτύπα και τρέξε, περίμενε, στήσε ενέδρα, χτύπα ξανά και πάλι τρέξε κι αυτό συνέχεια ώστε ο εχθρός να μην ξεκουράζεται ποτέ. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η παραπάνω λογική εμφανίζει κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά, μία υποχωρητική διάθεση που αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση. Παρ΄ όλα αυτά, απορρέει από την γενικότερη στρατηγική αντιμετώπιση του αντάρτικου που σε τελική ανάλυση έχει τον ίδιο στόχο με οποιανδήποτε εμπλέκεται σε έναν πόλεμο: την συντριβή του εχθρού και την νίκη», γράφει στον «Ανταρτοπόλεμο». 
«Η μάχη δεν πρέπει να διαρκεί πολύ, αντίθετα πρέπει να είναι ταχύτατη και εξαιρετικά αποτελεσματική, δηλαδή να διαρκεί λίγα λεπτά και να ακολουθείται από άμεση υποχώρηση», συνεχίζει. «Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό μίας αντάρτικης ομάδας είναι ηκινητικότητα… Υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις προκειμένου να επιβιώσει μία αντάρτικη δύναμη που έχει μόλις αρχίσει να αναπτύσσεται: συνεχής μετακίνηση, συνεχής ετοιμότητα, συνεχής δυσπιστία». «Η υπερβολική ανάπτυξη της περιοχής που εκδηλώνεται το αντάρτικο πρέπει να αποφευχθεί», συνεχίζει εννοώντας ότι ένας αντάρτικος στρατός δεν διεκδικεί εδάφη αλλά προσπαθεί να φθείρει τον αντίπαλο.
Η στρατιωτική τακτική του είναι κλασσική και έχει μελετηθεί από όλους τους σύγχρονους στρατούς. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη έκδοση στρατιωτικών κειμένων του Τσε Γκεβάρα στην Ελλάδα, δεν έγινε από κάποια αριστερή ομάδα ή κόμμα αλλά από το Γενικό Επιτελείο Στρατού την δεκαετία του 60… Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ανταρτοπόλεμου, που απασχόλησε τον Τσε είναι οι περιορισμένοι πόροι των δυνάμεων που τον διεξάγουν. Ανέκαθεν στον ανταρτοπόλεμο κατέφευγαν όσοι γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να κερδίσουν έναν συμβατικό πόλεμο. Βασική θέση του Τσε είναι η πεποίθηση ότι ένας αντάρτικος στρατός μπορεί να υπερισχύσει ενός τακτικού, εφ όσον εκμεταλλευθεί σωστά τις περιστάσεις. Η κατά μέτωπο αντιπαράθεση αποφεύγεται αφού σχεδόν πάντα ο τακτικός στρατός είναι ισχυρότερος και καλύτερα εξοπλισμένος από έναν αντάρτικο.
Η στρατηγική του ανταρτοπόλεμου συνίσταται στην αποκέντρωση των δυνάμεων. Οι αντάρτες έχουν την ικανότητα να είναι «πανταχού παρόντες» ώστε να αποτελέσουν τον εφιάλτη ενός τακτικού στρατού. Οι αντάρτικες δυνάμεις συγκεντρώνονται βάσει σχεδίων για συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αλλά η συγκέντρωση αυτή καλύπτει περιορισμένο χώρο και γίνεται για περιορισμένο χρόνο. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ο ανταρτοπόλεμος χαρακτηρίζεται από έμφαση στην ευκινησία, τον αιφνιδιασμό και τη νυχτερινή δράση, ιδίως όταν το έδαφος είναι δυσμενές για τους αντάρτες. 
Η συνηθέστερη μορφή τακτικών επιχειρήσεων του ανταρτοπόλεμου είναι η ενέδρα. Η στρατηγική του αντάρτικου στρατού συνοψίζεται το να φθείρει τον αντίπαλο, να καταφεύγει στα βουνά και να καθιστά την παρουσία του αντιπάλου στις πεδιάδες και στις πόλεις αβέβαιη και ασύμφορη. Πρωταρχικός όμως στόχος των ανταρτών είναι η ίδια η επιβίωσή τους. Μάχη δίνουν μόνο αν η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη, αν υπάρχει κέρδος σε εφόδια και αν οι απώλειες είναι λίγες. Σημαντικό ρόλο όμως παίζει και η μορφολογία του εδάφους και η καλή γνώση του από τους αντάρτες. Από τα διαφορετικά είδη εδάφους, οι ορεινοί όγκοι, οι ζούγκλες και τα δάση ευνοούν τον ανταρτοπόλεμο. Το ίδιο ισχύει και για τις ελώδεις περιοχές.
Ο ΤΣΕ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ, 1965.
Μία από τις σημαντικότερες επινοήσεις του Τσε ήταν η έννοια της «ένοπλης προπαγάνδας», δηλαδή η ιδέα ότι οι αντάρτικες κινήσεις δεν έχουν ως αποκλειστικό στόχο την άμεση στρατιωτική νίκη επί του εχθρού, αλλά χρησιμεύουν και στο να υποσκάπτουν το ηθικό του, να ξεσκεπάζουν τις αδυναμίες του και να εδραιώνουν την πίστη του λαού στην επανάσταση. 
Η πολιτική δραστηριότητα του αντάρτικου, για τον Τσε δεν περιορίζεται καθόλου στην «κλασσική» προπαγάνδα: διεξάγει την «προπαγάνδα διά των γεγονότων», από τη μια με τις ίδιες τις ένοπλες δραστηριότητες, που δείχνουν το τρωτό του αντιπάλου, από την άλλη, με την εφαρμογή, στις περιοχές που ελέγχει, κοινωνικών μέτρων επαναστατικού χαρακτήρα: «απαλλοτρίωση», κατοχή και διανομή των γαιών στους χωρικούς, οργάνωση συνεταιρισμών, εγκαθίδρυση δικαστηρίου και διοίκησης, έκδοση επαναστατικών νόμων κ.λπ. 
«Το αντάρτικο παρουσιάζεται έτσι σταδιακά ως εξουσία κατ’ εναλλαγή αντίθετη στην εγκατεστημένη εξουσία, σαν νέα νομιμότητα που αντικαθιστά το νόμο του κράτους: επαναστατική εξουσία και νομοθεσία που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις κοινωνικές βλέψεις των λαϊκών μαζών και που εξουδετερώνουν το όργανο καταπίεσης της κυρίαρχης τάξης».
Τέλος σε ό,τι αφορά τον εξοπλισμό, ο Τσε ως ιδανικό όπλο της εποχής του θεωρούσε τοαμερικανικής κατασκευής Μ-1, γνωστό ως Garand, καθώς και όπλα μεγάλου βεληνεκούς που επιτρέπουν στους αντάρτες να πυροβολούν τον αντίπαλο από απόσταση. «Η ιδανική σύνθεση για μια αντάρτικη ομάδα της τάξεως των 25 ανδρών θα ήταν: 10 με 15 τουφέκια και δέκα αυτόματα όπλα είτε Garand είτε περίστροφα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρών και εύκολα μεταφερόμενων όπλων όπως το Μπράουνινγκ και το μοντέρνο βελγικό FAL και ημιαυτόματα όπλα Μ-14», αναφέρει στον «Ανταρτοπόλεμο».
Ο ίδιος ο Τσε ποτέ δεν φαντάστηκε τον αντίκτυπο που θα έχουν οι στρατιωτικοπολιτικές προτάσεις του και η θεωρία του για τον ανταρτοπόλεμο. Το εγχειρίδιο περί ανταρτοπόλεμου που συνέγραψε υπήρξε αληθινό «Ευαγγέλιο» για μια σειρά από επαναστατικά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Τσε το συνέγραψε έναν χρόνο μετά την πτώση του Μπατίστα και την κατάληψη της εξουσίας στην Κούβα, το 1960.
* Ο Πάνος Πικραμένος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το κείμενο περιλαμβάνεται στη μονογραφία «Τσε Γκεβάρα: Ο Τελευταίος Πραγματικός Επαναστάτης», εκδόσεις Αμυντική Γραμμή.